Ομιλείτε Κρητικά; Εάν όχι ευκαιρία να μάθετε

Ομιλείτε Κρητικά; Εάν όχι ευκαιρία να μάθετε

Ομιλείτε Κρητικά; Εάν όχι ευκαιρία να μάθετε
explore Chania

Eξελίχτηκε σε λόγια γλώσσα η οποία εκφράστηκε μέσα από την ποίηση του Κορνάρου, του Χορτάτση και άλλων μέσα από το κρητικό θέατρο και τα λαϊκά τετράστιχα -μαντινάδες.

Η κρητική διάλεκτος, γράφει η Ρίκη Ματαλλιωτάκη, αποτελεί φυσική εξέλιξη της δωρικής διαλέκτου χωρίς ποτέ ως σήμερα να υποστεί κεντρικές  διορθώσεις και καθαρισμούς, αντίθετα για περισσότερα από 200 χρόνια – απο το 1453  δηλαδή έως και την πτώση του Χάνδακα το 1669 – υπήρξε η μοναδική ελληνική διάλεκτος που ομιλούνταν και διδάσκονταν επίσημα.

Μάλιστα κατά την  διάρκεια του μεσαίωνα, ήταν σε εξέλιξη η διαδικασία επικράτησης της κρητικής διαλέκτου στον ευρύτερο νότο της βαλκανικής χερσονήσου, έναντι των μη ελληνικών διαλέκτων που κυριαρχούσαν, κάτι όμως που δυστυχώς διακόπηκε απο την οθωμανική εισβολή του 1669 και θεωρείται πως αν δεν είχε συμβεί αυτό η σύγχρονη ελληνική δημοτική θα ήταν η φυσική εξέλιξη της κρητικής διαλέκτου.

Ούτως ή άλλως πάντως εξελίχτηκε σε λόγια γλώσσα η οποία εκφράστηκε μέσα από την ποίηση του Κορνάρου, του Χορτάτση και  άλλων μέσα από το κρητικό θέατρο και τα λαϊκά τετράστιχα -μαντινάδες- των οποίων η θεματολογία μπορεί να είναι από σκωπτική έως φιλοσοφική.

Σήμερα η κρητική διάλεκτος δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση, όπως συχνά συμβαίνει σε μειονοτικές διαλέκτους που δεν διδάσκονται, καθώς  στο νησί όχι μόνο αποτελεί την μόνη προφορική γλώσσα που μιλούν οι κάτοικοι της, αλλά αντίθετα.

Το Κρητικό γλωσσάρι, ή η Κρητική διάλεκτος, ή όπως αλλιώς θέλετε μπορείτε να το πείτε συνεχίζει  διαρκώς να εξελίσσεται κι είναι τόσο χαρακτηριστική που ακόμα και για κάποιον που δεν έχει έρθει ποτέ στη Μεγαλόνησο είναι πανεύκολο να την αναγνωρίσει

Για να   εξηγούμαστε όμως την αναγνωρίσει μόνο, όχι να μάθει να εκφράζεται μ’ αυτήν και προπάντων όχι να μπορεί να γράφει μ’ αυτήν. Ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτό κάποιοι συγγραφείς που υπέπεσαν στην αντίληψη μου και διαπίστωσα ότι έκαναν προσπάθεια να εκφραστούν στα βιβλία τους με την κρητική ντοπιολαλιά… είναι βιβλία που μοιάζουν με φαγητά που μαγειρεύτηκαν εντελώς ανάλατα, αφού πως να το κάνουμε , την κρητική ντοπιολαλιά  την κουβαλάς πάνω σου με τη γέννηση σου μαζί με όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της ράτσας σου.

Για όσους ωστόσο ενδιαφέρονται ακολουθεί ένα μικρός κατάλογος- που θα ανανεώνεται συχνά-με τις πιο συνήθεις λέξεις της     Κρήτης μας που θα βοηθήσει όχι μόνο να μάθουν όσοι θα ήθελαν αλλά και για να υπενθυμίσει στους  αδιάφορους νέους την αληθινή γλώσσα των προγόνων τους,

Αποδεινιάζομαι:-δέχομαι κάτι με στεναχώρια

Σπολλάτη σου- Μπράβο σου, συγχαρητήρια (ειρωνικά)

Ψομματάρης – Μεγάλος ψεύτης.

Αργαντινή -εσπέρα

Αναψηφά- δε λογαριάζει .

Νάκλια -Το νάκλι στην (τουρκο)κρητική διάλεκτο σημαίνει την προφορική αφήγηση, την ανεκδοτολογική διήγηση, το παραμύθι για μεγάλους. Η αφήγηση γινόταν κάθε …

Οψαργας-Χθες βραδυ

Ξεσυνορίζομαι- Ανταγωνίζομαι

Κουτσοφτερουγίζω -Κόβω τις ελπίδες

Φασμένα- Υφασμένα

Σβολώνω- Χτυπώ κάποιον πολύ άσχημα

Νάκαρα- Σωματική και ψυχική αντοχή

Ξεκαφκαλώνω- Χτυπώ άγρια στο κεφάλι

Γκλάβα- το κεφάλι, ο νους, η κούτρα.

Ντελικανής – Νεαρός άνδρας

Ανερούβαλος- Ανόητος

Φαμελιάρης- Οικογενειάρχης.

Θωρώ- Βλέπω.

Ξεπιτούτου- Επίτηδες.

Ποθές- Πουθενά.

Κατσούλα- Γάτα.

Νάμι  Η καλή Φήμη, το καλό όνομα.

Οσκιες-Όχι.

Πορίζω- Βγαίνω έξω.

Επαδέ- Εδώ, σ’ αυτό το σημείο.

Νέικη- Μικρή, νεαρή.

Ψιχάλι- Λίγο, ελάχιστο.

Σάικα- Σίγουρα.

Ανημένω- Περιμένω.

Ξανοίγω- Κοιτώ, ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου.

Χουμά- κουτάλι-Ανω- κάτω.

Ζαμάνια-Πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

‘Ωφου ή Όφου- Επιφώνημα δυσανασχέτησης της Κρητικής διαλέκτου

Αναχουρχουδεύω- Ανακατεύω, ανακινώ.

Καψερή-Κακότυχη, καημένη.

Μπλιο- Πλέον, πια.

Αναστορούμαι -επαναφέρω στη μνήμη μου, θυμούμαι

Εντάκαρα- Ξεκίνησα, άρχισα

Ορδινιάζω- Σχεδιάζω, μελετώ

Γιαγέρνω- Γυρνώ πίσω, επιστρέφω.

Αθιβολή- Κουβέντα.

Πλια-Περισσότερο.

Λοισμοί- Συλλογισμοί, σκέψεις.

Είναι μπελί- Είναι ξεκάθαρο.

Ανε- Εάν.

Σκιας- Τουλάχιστον.

Λουφάζω- Κρύβομαι.

Απής- μετά- στη συνέχεια.

Ο Απατός- ο εαυτός.

Γιάε-Κοίτα, πρόσεξε- μόνο προστακτική.

Ορέγομαι- Ποθώ, λαχταρώ, επιθυμώ.

Ανεντρανίζω- Αποκτώ ξανά τις δυνάμεις μου, παίρνω θάρρος.

Γραντίζω-Βρίσκω τον μπελά μου.

Ξετελεύω- Αποπερατώνω, τελειώνω.

Αμπονόρα- αμπονόρα- Νωρίς, νωρίς.

Χαΐρι- Πρόοδος, προκοπή.

Ξεμιστεύω ή ξεμιστεύγω-Λυτρώνομαι, ελευθερώνομαι, απαλλάσσομαι.

Πλακώνα-  παιδικό παιχνίδι, κούκλα.

Κιαμιά- Καμιά

Καλίκωση-  Υπόδηση- Επειδή τα Κρητικά υποδήματα ήταν τα στιβάνια ,των οποίων το περικνήμιο αποτελούνταν από δερμάτινο κάλυκα, γι’ αυτό οι Κρητικοί έλεγαν έφτιαξα καλύκωση και εννοούσαν  ότι έφτιαξαν στιβάνια. Αρ   γότερα ο όρος μεταφέρθηκε γενικά στα υποδήματα ενώ συγχρόνως αλληγορικά – ακαλίκωτος- σημαίνει εκείνος που δεν έχει στον ήλιο μοίρα.

Ετσάναι- Έτσι όπως τα λες.

Θαρρεύγομαι- Εμπιστεύομαι.

Κατσουκανιά- Αταξία.

Τότεσάς- Τότε, κυρίως όμως  αναφέρεται σ’ αυτό που προσδοκάς ή απεύχεσαι  να έρθει- Τότεσάς που θα …-

Γίβεντο- Ατίμωση, ντροπή, ρεζιλίκι.

Αμάλαγη- Ανέγγιχτη, παρθενική, απείραχτη.

Κοντό- Άραγε.

Σύντεκνος ( συν+ τέκνο)-Ο κουμπάρος, ο νονός του παιδιού, χρησιμοποιείται όμως και σαν μια πολύ οικεία προσφώνηση.

Τουτοσές- Αυτός, εκείνος.

Αγγουροφαίνεται-Μου κακοφαίνεται

Κατίνα- πλάτη.

Γυρού, γυρού- Κυκλικά.

Μαγαρίζω- Μολύνομαι, λερώνομαι.

Διμουριά- Υποκρισία.

Ντουχιουντίζω-σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι, προβληματίζομαι, συλλογίζομαι, αναρωτιέμαι.

Εκειαμέ- όχι δα .

Διακονιάρης- Ζητιάνος.

Εργώ   (εν+ριγώ)-Κρυώνω, μ’ έχει πιάσει ρίγος, τρεμουλιάζω από το κρύο

Κουράδι- κοπάδι.

Ντουνιάς- Ο πολύς κόσμος, ο λαός.

Οζά- Ζώα, χρησιμοποιείται όμως για να υποδηλώσει και τον βλάκα

Αδικοθανατίζω-Βρίσκω κακό κι άδικο θάνατο (Συνήθως χρησιμοποιείται σαν κατάρα- που να αδικοθανατήσεις-).

Κουλαντρίζω ( Τουρκογενής λέξη)-Οδηγώ, χειρίζομαι

Αντέτι- Συνήθεια, ασχολία.

Διάλε τσ’ απολυμάρες σου(Από+όλλυμι- Εξολοθρεύω, σκοτώνω, σφάζω- Συνηθισμένη ύβρις στην Κρήτη, που παρότι εξυβρίζει γενικώς τους επιζώντες του σογιού του υβριζόμενου, εντούτοις εκλαμβάνεται πάντα σαν αστεϊσμός ή απλό πείραγμα.

Μισεύω- Φεύγω, αποχωρώ.

Πάρωρας- Αργά, καθυστερημένα.

Ξαργώ- Καθυστερώ, βραδυπορώ.

Ντουκιάνι- ( Τουρκογενής λέξη)- Καφενείο.

Ξετρέχω -Παρακολουθώ από κοντά, κυνηγώ.

Μπερντάχι- ( Τουρκογενής λέξη) Ο ξυλοδαρμός, το χοντρό

ξύλο.

Να όψεσαι- Ας έχεις επίγνωση του κακού που έκανες.

Φενέρι- Φανάρι.

Κεδιά-  Τσιμουδιά, μόκο (Βγάλε την κεδιά- βγάλε το σκασμό).

Στρουφίζω- Στρίβω, στριφογυρίζω, μτφ. αλλάζω γνώμη.

Θεόψυχα μου- Έκφραση προς επιβεβαίωση της αλήθειας.

Τ’ ασκέρου- Αύριο, την επόμενη μέρα.

Πρεπιά- Αξιοπρέπεια, ευπρέπεια.

Μπουνταλάς-( Τουρκογενής λέξη)  Βλάκας, χαζός.

Χαβασελίκι- Ερωτικός πόθος.

Λινόξυλα- Τα ξερόκλαδα και τα άχυρα που μένουν μετά το κοπάνισμα του λίνου και χρησιμεύουν ως προσάναμμα.

Ανερουβαλιές -Ανοησίες.

Εδά- Τώρα, αυτή τη στιγμή.

Αμπλά- (Τουρκογενής λέξη) Αδελφή.

Τάξε -Σαν να, ίδια πως.

Ανεμίζω- Υποψιάζομαι

Αναγελώ- Κοροϊδεύω.

Χαλίσικα- έντιμα, γνήσια

Απόκειας : Κι έπειτα, και μετά .

Αρνεύω- ( Γίνομαι ήρεμος σαν αρνί) Ηρεμώ.

Οψές- χθες.

Αξαναγκαστικά- Εξαναγκαστικά.

Εγούγια ντου-Αλίμονο του.

Κακοφανισμός-Δυσαρέσκεια.

Βαροκάρδιση- Κακή ψυχική διάθεση, μεγάλη στεναχώρια.

Βερεμιάζω- Χτικιάζω.

Αναδακρυώνω- Δακρύζω, βουρκώνω.

Ανεργιάζω- Καταλαβαίνω, παίρνω χαμπάρι

Απανοβαρτάς- Ρουφιάνος, ανέντιμος.

Κοντεμιρί- Είδος μοχλού που ασφαλίζει μια πόρτα

Μπουζάζω- Δένω χειροπόδαρα

Πέμπω-έπεμψα και έπεψα: Στέλνω, αποστέλνω.

Αλάργο ή αλάργα-Μακριά (Συνήθως όμως το κάλεσμα «αλάργα» δίδεται σε περιπτώσεις επικίνδυνων καταστάσεων).

Άδικα ξέτελα- Άδικα τέλη, κακός θάνατος.

Δίπλα θα πάρω τα βουνά-Θα φύγω μακριά.

Μπούκα-Στόμα, στόμιο (πυροβόλου, πηγαδιού κ.λ.π. Μεταφορικά τον έχω στην μπούκα= τον εχθρεύομαι)

Αποκωλέματα – Η μεγαλύτερη απομάκρυνση, όπου κάτι ή κάποιος χάνεται πλέον δια παντός, εξαφανίζεται.

Σάικα- Ενδέχεται, κατά πάσα πιθανότητα

Μπούρμπαδος- Χάφτας, ηλίθιος,

Όθε- Προς τα κει- κατά κει

Μισερώνω- Καθιστώ κάποιον ανάπηρο, τον σακατεύω.

Μεσοκαύκαλα- Στο κέντρο της κεφαλής.

Γλακώ- Τρέχω.

Ζάλο- Βήμα.

Διάλε- Εισαγωγική λέξη για περιπαιχτικές κατάρες.

Ετουτοσάς- Αυτός.

Άλλο λίγο- Παραλίγο

Μολάρω- Φεύγω, απομακρύνομαι βιαστικά

Ξεβγάλω -Βγάζω κάποιον από τη μέση

Έχε τ’ αμέντε σου- Πρόσεχε, βλέπε, έχε το νου σου

Αναψηφώ- Δεν λογαριάζω.

Κουρμούλα- Το δενδρύλλιο του αμπελιού.

Ξεβγάλω -Βγάζω κάποιον από τη μέση.

Συντράμω –  Βοηθώ.

Αμπώθω- Σπρώχνω

Γιαγκιλίκι- έρωτας

Ξελαμίζω -Δημιουργώ αναστάτωση

Ζάβαλε- Βέβαια, διάολε.

Γλυκοσαλίζω- Νιώθω ικανοποίηση.

Κακοφορούμαι- Υποπτεύομαι άσχημα πράγματα.

Βαρονούσης- Αργόστροφος.

Κακοβάζω- Σκέφτομαι πως μια υπόθεση μπορεί να έχει άσχημη τροπή.

Τ’ ασκέρου- Αύριο, την επόμενη μέρα.

Παντίδει- Βολεύει, είναι εύκολο.

Ταχιά- Πρωί, πρωί.

Αργαντινή -Το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που θα αρχίσει να δύει ο ήλιος μέχρι να επικρατήσει σκοτάδι.

Στανιάρω- Ηρεμώ, έρχομαι στα ίσα μου.

Ντελόγο- Αμέσως, επιτόπου

Γαμώ το φελέκι μου- Έκφραση που λέμε συνήθως όταν έχουμε νεύρα, στεναχώρια, ένταση και επιθετικότητα. Το λεξικό του Μπαμπινιώτη αναφέρει πως η λέξη φελέκι προέρχεται από το τούρκικο «felek», που σημαίνει «τύχη».Το felek με τη σειρά του φέρεται να προέρχεται από το αραβικό falak που σημαίνει «ουράνια σφαίρα».Η φράση «γαμώ το φελέκι μου» λοιπόν σημαίνει  «γαμώ τη τύχη μου». Υπάρχει μάλιστα και στα Τούρκικα παρεμφερής φράση: «Kahpe felek», που σημαίνει «πουτ@ν@ τύχη».

Γιότσα- Κακό μεγάλο, συμφορά.

Αποσπέρας- Απόψε, το αποψινό βράδυ.

Ροζονάρω, ροζοναρίζω- Κουβεντιάζω.

Αμάχη- Διχόνοια, έχθρα.

Ανεργιάζω- Καταλαβαίνω, παίρνω χαμπάρι.

Εχταγή- Επιθυμία.

Βαγίζω- Φροντίζω κάποιον με πολύ μεγάλη αγάπη.

Αναβαστώ- Στηρίζω, βοηθώ.

Χαμπέρι- Είδηση.

Αγαλινά- Ήρεμα.

Μνόγω- ομνύω- Ορκίζομαι

Αράσω- Ορμώ επιτιθόμενος μα και ξαποσταίνω, ξεκουράζομαι

Μεσκίνης-Τουρκογενής λέξη ( miskin) με πολλές σημασίες όπως ο δυστυχισμένος, ο άθλιος, ο βρομερός , ο καχεκτικός, ο ανίσχυρος, ο ξεπεσμένος, που συνήθως όμως φέρει και ο ίδιος ευθύνη για την κατάντια του. Εκτός από τις παραπάνω έννοιες όμως παίρνει επίσης και τις έννοιες του τεμπέλη, του νωθρού, αλλά και του λεπρού.

Με παίζεις- Με κοροϊδεύεις

Αλάλιασα- Κυριολεκτικά χάνω τη λαλιά μου, συνήθως όμως χρησιμοποιείται με την έννοια του χάνω τα λογικά και την ψυχραιμία μου από μια σημαντική αναποδιά, τα χάνω και φέρομαι σαν παράφρων.

Χουνέρι- Τουρκογενής λέξη( huner) Πάθημα, εξαπάτηση.

Θα στουπίρει ο νους μου- Θα διαλύσει, θα αποσυντεθεί ο νους μου.

Κακά ξέτελα- Κακά αποτελέσματα.

Αγγρισμένος- Ο θυμωμένος, ο ερεθισμένος από νεύρα.

Συναλλήλοις- Ο ένας στον άλλο.

Συναλίκι- Σχέση, ερωτική συναναστροφή.

Κογιονάρω- Κοροϊδεύω, εμπαίζω, ειρωνεύομαι, χλευάζω,

Αντέτι- Έθιμο, συνήθεια

Αγκούσα- Νεύρα, στεναχώρια, θλίψη, άγχος.

Ακλουθώ- Ακολουθώ.

Κουμάρι- Ζάρια και γενικότερα τυχερά παιχνίδια που παίζονται με χρήμα.

Ύστερο- Τελευταίο.

Ροζονταμέντο –Κουβέντα, σχόλιο.

Σπολλάτη-  (εις+ πολλα + ἔτη) Χρόνια πολλά σαν ευχή, μπράβο σου, συγχαρητήρια ειρωνικά.

Συργουλεύω- Πιάνω κάποιον με το καλό.

Συνορίζομαι- Τραβώ μια κατάσταση στα άκρα.

Πεζεβέγκης ( Τουρκογενής λέξη -Pezevenk) Ο άτιμος, μαστροπός, παλιάνθρωπος.

Παραστεκουλίζω- Στέκομαι δειλά σαν ζητιάνος.

Περαματίζω- Περνώ τις κλωστές του αργαλειού στα μιτόχτενα κι αρχίζω την ύφανση.

Μεταφορικά, ανάλογα με τον τρόπο που θα χρησιμοποιηθεί, πιάνω την κατάσταση στα χέρια μου, δημιουργώ την ύφανση της ζωής μου.

Κρώζω- Βγάζω κραυγή,  δεν μιλάω σαν άνθρωπος, κάνω σαν όρνιο, σαν κοράκι

Κουλούκι- Σκύλος.

Ξόμπλι- Κουτσομπολιό, κακολογία

Κάνω σεΐρι -Κάνω χάζι, σπάω πλάκα με κάποιο θέαμα.

Με κάνουνε σεΐρι – Ρεζιλεύομαι.

Λουφάζω- Ζαρώνω, μαζεύομαι

Συναπαντώ- Συναντώ

Για ονομής σου: Προς χάρη σου, για σένα

Ανεβουλής: Δίχως θέληση, αναγκαστικά.

Πελελός: Ο δίχως λογική – Την λέξη πελελός τη χρησιμοποιεί πολύ συχνά ο Κορνάρος στον Ερωτόκριτο: “Όση ώρα το Ρωτόκριτον εθώρει η Αρετούσα τα σωθικά τση κ΄η καρδιά το δρόσος εγροικούσα, ορέγετο τα κάλλη του, παρηγοριά τσ΄εδίδα, εχαίρετο, ελαφρώνετο στην πελελήν ολπίδα.

Κουτσούνα -Θωπευτική προσφώνηση γυναίκας.

Από ντα δα- Από τώρα

Διαγουμίζω- Μακελεύω, αρπάζω.

Ταχιά- Αύριο, αργότερα, στο εγγύς μέλλον.

Μαγαρισμένος- Λερωμένος, μεταφορικά ο βρωμιάρης, το μίασμα.

Κουλαντρίζω – Τα βγάζω πέρα.

Συγκούδουνοι- Όλοι μαζί.

Πηλά- λάσπες.

Αορείτικο- Έτσι λέγεται στη Κρήτη το κρέας των ζώων ελευθέρας βοσκής, και το οποίο είναι πολύ πιο νόστιμο από το κρέας των ζώων του στάβλου.

Πιταράκια- Παραδοσιακό κέρασμα της Κρήτης με μυζήθρα, γλυκιά ή ξινή, ή χόρτα.

Γαμοκούλουρα- Γλυκά ψωμιά της Κρήτης με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση και συμβολισμό που παραπέμπουν στις ρίζες του κρητικού πολιτισμού και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του περίτεχνου στολισμού τους. Οι ξομπλιαστές γαμήλιες κουλούρες, οι οποίες στολίζονται με ανάγλυφα μοτίβα και σύμβολα γονιμότητας και ευημερίας, όπως φίδια, σπόρους, πουλιά, σταφύλια, κουκουνάρια κλπ. δίδονται ως δώρο στους κουμπάρους και σε επίτιμους καλεσμένους η συγγενείς πρώτου βαθμού του ζευγαριού.

Λιοκούτσουρα- Τα κούτσουρα της ελιάς.

Γαμοπίλαφο- Παραδοσιακό φαγητό της Κρήτης που σερβίρεται μόνο σε γάμους και βράζεται αποκλειστικά σε ζωμό κρέατος.

Κανίσκι- Παραδοσιακό γαμηλιάτικο έθιμο της Κρήτης που είναι συνήθως μια βοήθεια σε τρόφιμα, κρέας και τυριά, και απευθύνεται στους γονείς για να τους αλαφρύνει από τα έξοδα του τραπεζιού… το δώρο για τους νεόνυμφους είναι ξεχωριστό.

Ψιμύθια -Στολίδια

Αντέτι (Τουρκογενής λέξη)- Συνήθεια.

Ντελιασμένος-Εξοργισμένος μετά από κάποια καθυστέρηση.

Ψίκι- Η συνοδεία που ακολουθεί ένα γάμο.

Βράκα- Το κρητικό παραδοσιακό αντρικό ένδυμα

Μεϊντανογίλεκο- Μέρος της επίσημης κρητικής, παραδοσιακής φορεσιάς.

Χορός της νύφης- Σιγανός χορός που χορεύεται αμέσως μετά την τέλεση του μυστηρίου στον αυλόγυρο της εκκλησιάς με μπροστάρισσα  τη νύφη.

Μάλε, βράσε- Μεγάλη ένταση και μεγάλη φασαρία.

Γλυκοκοίμηστη- Ερωτική.

Γλυκοκοπελιάστρα- Καλόγεννη

Κεδιά- Σκασμός.

Μάνητα- Οργή.

Χειτάνης- Διάολος.

Μαγνάδι- Πέπλο

Ψεγαδιάστρα- Η κουτσομπόλα γυναίκα.

Μπεγιεντίζω- Θαυμάζω κάτι επειδή είναι πολύ όμορφο.

Συνορισό- Σκληρός ανταγωνισμός.

Ανεργιάζω- Καταλαβαίνω, παίρνω χαμπάρι.

Με τινάσσει -έχω ρίγος, πυρετό

Πηγή: maleviziotis.gr