Έναν παράλληλο φοροεισπρακτικό μηχανισμό χαρακτηρίζει την τροχαία Χανίων ο Σύλλογος Αδειούχων Λογιστών του νομού που παίρνει θέση για το σαφάρι ελέγχων του τελευταίου 1,5 έτους, σημειώνοτας πως όχι μόνο δεν κάνουν την πόλη ασφαλέστερη αλλά δημιουργούν ένα βαθύ κοινωνικό προβλημα. Στην ίδια ανακοίνωση που υπογράφουν ο πρόεδρος όλο το ΔΣ του συλλόγου, κάνουν λόγο για εξοντωτικά πρόστιμα για αστείες παραβάσεις ενώ ζητούν από τον Δήμο Χανίων να πάρει θέση.
Γράφουν αναλυτικά:
Όταν η οδική «ασφάλεια» μετατρέπεται σε εργαλείο εσόδων, το βάρος δεν μοιράζεται δίκαια — πέφτει δυσανάλογα στους πιο αδύναμους.
Με αφορμή την εφαρμογή του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και τις πρακτικές επιβολής προστίμων που βλέπουμε να εντείνονται στην πόλη μας, ο Σύλλογος Λογιστών – Φοροτεχνικών του Νομού Χανίων αισθάνεται την υποχρέωση να τοποθετηθεί δημόσια. Ως άνθρωποι που καθημερινά βλέπουμε στα γραφεία μας τι σημαίνει στην πράξη ένα πρόστιμο για έναν εργαζόμενο, έναν επαγγελματία ή έναν συνταξιούχο, γνωρίζουμε από πρώτο χέρι το βάρος που αυτό επιφέρει.
Πρώτα, η ευθύνη του κράτους
Το κράτος θέσπισε ένα πλαίσιο προστίμων που επιβαρύνει με τον ίδιο, ισοπεδωτικό τρόπο εκείνον που έχει την οικονομική άνεση και εκείνον που ζει οριακά με τον μισθό ή τη σύνταξή του. Ένα χρηματικό πρόστιμο εκατοντάδων ευρώ μπορεί να είναι αδιάφορο για κάποιους — για την πλειονότητα όμως των πολιτών, και ιδίως για όσους βγάζουν δύσκολα τον μήνα, ισοδυναμεί με σημαντικό μέρος του μισθού ή της σύνταξής τους. Και αυτό συμβαίνει ακόμη και για ήσσονος σημασίας παραβάσεις, που σε καμία περίπτωση δεν έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή.
Ένα πρόστιμο που δεν λαμβάνει υπόψη του την εισοδηματική πραγματικότητα του πολίτη δεν είναι μέτρο οδικής ασφάλειας. Είναι ένας έμμεσος, οριζόντιος και άδικος φόρος.
Ένας απαραίτητος διαχωρισμός
Υπάρχουν παραβάσεις πραγματικά σοβαρές — η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, η επικίνδυνη υπερβολική ταχύτητα, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, η χρήση κινητού τηλεφώνου εν κινήσει. Για αυτές, που θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του ίδιου του οδηγού και των συμπολιτών μας, συμφωνούμε με την αυστηρότητα. Εδώ το πρόστιμο έχει νόημα προληπτικό και κοινωνικό.
Άλλο όμως αυτό, κι άλλο η ισοπέδωση — η αντιμετώπιση μιας τυπικής παράβασης με την ίδια τιμωρητική μανία που θα έπρεπε να επιφυλάσσεται για τους πραγματικά επικίνδυνους.
Πού καταλήγουν τα χρήματα
Με βάση το ίδιο το άρθρο 107 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως ισχύει, υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση ανάλογα με το πώς διαπιστώνεται η παράβαση. Για τις παραβάσεις που βεβαιώνονται επ’ αυτοφώρω από όργανο το πρόστιμο αποδίδεται στον οικείο Δήμο (Ο.Τ.Α.).
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει: ο Δήμος είναι ο άμεσος αποδέκτης των χρημάτων από τις επ’ αυτοφώρω παραβάσεις των δημοτών του.
Η σιωπή του Δήμου Χανίων
Και εδώ τίθεται το εύλογο ερώτημα: γιατί ο Δήμος Χανίων σιωπά; Γιατί δεν παίρνει θέση για το βάρος που σηκώνουν οι δημότες του;
Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι η δημοτική αρχή σιωπά επειδή, από τη μία, τα πρόστιμα γεμίζουν τα ταμεία της και, από την άλλη, επειδή με την αφαίρεση χιλιάδων διπλωμάτων μειώνεται «αυτομάτως» το πρόβλημα της στάθμευσης και της κυκλοφορίας στην πόλη — όχι επειδή δόθηκε κάποια ουσιαστική λύση με υποδομές, αλλά επειδή χιλιάδες συμπολίτες μας απλώς δεν μπορούν πλέον να κινηθούν με τα μεταφορικά του μέσα. Όποια όμως κι αν είναι η αιτία της, η σιωπή αυτή αφήνει τους δημότες μόνους τους απέναντι στο βάρος — ένα βάρος που πληρώνουν με το υστέρημά τους και πολλοί με την ίδια τους τη δυνατότητα μετακίνησης.
Εδώ αναδεικνύεται και η ουσία του προβλήματος. Μέσα από αυτόν τον μηχανισμό είσπραξης, αντί το κράτος να επιχορηγεί τους δήμους, τους «επιδοτούν» έμμεσα οι ίδιοι οι πολίτες — μέσα από τα πρόστιμά τους. Η χρηματοδότηση των δημοτικών δαπανών μετατοπίζεται, σιωπηρά, από τον κρατικό προϋπολογισμό στην τσέπη του κάθε δημότη που θα βρεθεί με μια κλήση. Με άλλα λόγια, η Πολιτεία έχει βρει στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ένα βολικό μέσο για να χρηματοδοτούνται οι δήμοι — μετατρέποντας έναν κώδικα που υποτίθεται ότι υπάρχει για την ασφάλεια σε εργαλείο ταμειακών εσόδων.
Αυτό είναι ένα ζήτημα για το οποίο ο Δήμος Χανίων οφείλει να πάρει ξεκάθαρη θέση:
Η στάση της Τροχαίας
Από την πλευρά της, η Τροχαία εφαρμόζει το πλαίσιο με απόλυτη αυστηρότητα — και, κατά την αίσθησή μας, με υπερβάλλοντα ζήλο, καταλογίζοντας πρόστιμα ακόμη και για απλές, ασήμαντες παραβάσεις που δεν θέτουν σε κίνδυνο ούτε τον ίδιο τον οδηγό ούτε κανέναν συμπολίτη του. Δεν κάνει καθόλου συστάσεις. Η σύσταση — ένα εργαλείο παιδαγωγικό, ανθρώπινο και απολύτως νόμιμο — έχει πρακτικά καταργηθεί. Στη θέση της διάκρισης και της κρίσης κατά περίπτωση, έχει επικρατήσει η μηχανική, αδιάκριτη επιβολή προστίμου.
Και στην πρώτη γραμμή, τα παιδιά μας
Ας μην ξεχνάμε, τέλος, ποιους τοποθετεί η διοίκηση της Τροχαίας μπροστά σε όλον αυτόν τον μηχανισμό: τα ίδια μας τα παιδιά. Πολλά από αυτά τα γνωρίζουμε και προσωπικά, γιατί οι γονείς τους είναι πελάτες μας. Ξέρουμε, λοιπόν, εκ των έσω ότι για πολλά δεν ήταν όνειρο ζωής η Αστυνομία. Πέρασαν με πανελλήνιες εξετάσεις και μπήκαν στο Σώμα από ανάγκη — επειδή οι οικογένειές τους δεν είχαν τους πόρους να τα σπουδάσουν σε άλλο αντικείμενο, αδυνατώντας να χρηματοδοτήσουν με 1.000 έως 1.200 ευρώ τον μήνα σπουδές σε κάποια σχολή της αρεσκείας τους. Ούτε, βεβαίως, είχαν όνειρο ζωής να περάσουν τριάντα χρόνια στην Αστυνομία καταγράφοντας τροχονομικές παραβάσεις.
Αυτά τα παιδιά, σπουδαστές ακόμα ή πρόσφατα απόφοιτοι της Σχολής της Αστυνομίας, είναι τα πρώτα πρόσωπα που συναντά ένας «παραβάτης» στους ελέγχους που διενεργούνται στον Νομό μας— και τελικά αυτά είναι που καταγράφουν τις κλήσεις. Αναγκάζονται να εφαρμόσουν ένα πλαίσιο που τα ίδια δεν θέσπισαν, βρισκόμενα καθημερινά αντιμέτωπα με την οργή και την απόγνωση συμπολιτών τους. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι το κάνουν με ελαφρά την καρδία· αντιθέτως, πιστεύουμε ότι σηκώνουν κι εκείνα το δικό τους βάρος, ένα βάρος που δεν τους αναλογεί. Η ευθύνη, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δική τους — είναι εκείνων που σχεδίασαν και επιβάλλουν αυτή τη λογική.
Το κοινωνικό αποτέλεσμα
Το άθροισμα όλων αυτών δεν είναι μια ασφαλέστερη πόλη. Είναι ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα.
Πολίτες δυσκολεύονται να πάνε στις δουλειές τους. Παιδιά δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν ηλικιωμένους γονείς, να τους μεταφέρουν στο νοσοκομείο ή στον γιατρό. Εργαζόμενοι που κρατούν δύο δουλειές για να επιβιώσουν δεν προλαβαίνουν να μετακινηθούν από τη μία στην άλλη χωρίς τον κίνδυνο ενός προστίμου που ισοδυναμεί με ένα ολόκληρο μεροκάματο. Εργαζόμενοι που, εξαιτίας των υψηλών ενοικίων στο κέντρο, αναγκάζονται να μένουν στα προάστια, για τους οποίους το κόστος της καθημερινής μετάβασης στην εργασία είναι ήδη από μόνο του ιδιαίτερα δαπανηρό. Ομάδες πληθυσμού με χρόνια προβλήματα υγείας — όπως οι νεφροπαθείς — που είναι υποχρεωμένοι να μεταβαίνουν σε συχνή, σταθερή βάση σε νοσοκομεία ή σε ιδιωτικές δομές, και για τους οποίους κάθε μετακίνηση είναι ζήτημα επιβίωσης και όχι επιλογής. Επαγγελματίες, τέλος, που το ίδιο τους το εισόδημα εξαρτάται από τη μετακίνηση με μεταφορικά μέσα — διανομείς, τεχνικοί, πωλητές, μικροεπαγγελματίες που κινούνται όλη μέρα στην πόλη — για τους οποίους ένα πρόστιμο ή, ακόμη χειρότερα, μια αφαίρεση διπλώματος σημαίνει άμεση απειλή για την ίδια τη δουλειά και την επιβίωσή τους.
Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου ο μισθός των περισσότερων εξαντλείται ήδη γύρω στις 20 ή 25 κάθε μήνα. Σε αυτή την πραγματικότητα, ένα πρόστιμο εκατοντάδων ευρώ δεν είναι «ένα ακόμη έξοδο» — είναι στέρηση από βασικές ανάγκες, για τον ίδιο τον πολίτη και την οικογένειά του.
Μια λογική που τη γνωρίζουμε καλά
Ως λογιστές, αναγνωρίζουμε αμέσως αυτή τη λογική. Είναι ακριβώς η ίδια που εφαρμόζουν εδώ και χρόνια τα Υπουργεία: εξοντωτικά πρόστιμα για παραβάσεις τυπικές, ήσσονος ουσιαστικής σημασίας. Πρόστιμα έως 5.000 ευρώ για ένα δελτίο αποστολής που εκ παραδρομής δεν εκδόθηκε. Πρόστιμα της τάξης των 3.000 ευρώ επειδή ξεχάστηκε να «χτυπηθεί» μια ψηφιακή κάρτα εργασίας. Ποσά που δεν αντιστοιχούν σε καμία πραγματική ζημία του Δημοσίου, αλλά λειτουργούν καθαρά εισπρακτικά.
Είτε λέγεται Τροχαία είτε ΑΑΔΕ, είτε Επιθεώρηση Εργασίας, η φιλοσοφία είναι κοινή: το πρόστιμο ως φόρος, αποκομμένο από την έννοια του δίκαιου και του αναλογικού.
Το αίτημά μας για διαφάνεια
Ζητούμε από την Τροχαία Χανίων να δοθούν στη δημοσιότητα αναλυτικά στατιστικά στοιχεία για τον Νομό Χανίων, από την ψήφιση του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας μέχρι σήμερα, και συγκεκριμένα:
• τον αριθμό των παραβάσεων ανά κατηγορία/είδος παράβασης, αναλυτικά για κάθε επιμέρους παράβαση και όχι συγκεντρωτικά κάτω από αόριστες, καλυμμένες κατηγορίες του τύπου «λοιπές παραβάσεις», όπως αυτές που βλέπουμε στα επίσημα δελτία τύπου,
• τα ποσά των προστίμων που βεβαιώθηκαν και εισπράχθηκαν ανά παράβαση,
• καθώς και τον αριθμό των αφαιρέσεων διπλωμάτων στο ίδιο διάστημα.
Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για την απόδειξη των λεγομένων μας και αποτελούν υποχρέωσή μας απέναντι στον κοινωνικό έλεγχο που οφείλουμε να ασκούμε. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν πόσα πληρώνουν, για ποιες παραβάσεις και πού καταλήγουν τα χρήματά τους.
Ας είμαστε ειλικρινείς: η αίσθησή μας είναι ότι η Τροχαία Χανίων βεβαιώνει, στην πλειονότητά τους, πρόστιμα για ήσσονος σημασίας, «αστείες» παραβάσεις — ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις των υπευθύνων λένε άλλα. Ας δημοσιοποιηθούν, λοιπόν, τα στοιχεία αυτά που ζητούμε και ας δούμε αν η αίσθησή μας είναι λανθασμένη ή όχι. Δεσμευόμαστε δε ευθέως: εάν τα στοιχεία αποδείξουν ότι έχουμε άδικο, θα προβούμε σε δημόσια συγγνώμη.
Το συμπέρασμά μας
Αυτή η φιλοσοφία είναι, εκ φύσεως, άδικη. Επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, όσους τα βγάζουν δύσκολα, όσους ζουν στο όριο. Δεν παράγει συμμόρφωση και ασφάλεια — παράγει φόβο, αδιέξοδο και περαιτέρω φτωχοποίηση.
Τι ζητούμε
Συγκεκριμένα, ζητούμε:
• Αλλαγή του νόμου με αναλογικότερα πρόστιμα, που να λαμβάνουν υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, αλλά και την εισοδηματική πραγματικότητα του πολίτη — και με δυσκολότερες, όχι τόσο εύκολες, προϋποθέσεις για την αφαίρεση του διπλώματος οδήγησης, ούτε για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα.
• Θεσμοθέτηση της σύστασης ως πρώτου σταδίου για τις ήσσονος σημασίας παραβάσεις, αντί της κατευθείαν επιβολής προστίμου εκεί όπου δεν τίθεται σε κίνδυνο καμία ζωή — με την προϋπόθεση ότι η σύσταση καταγράφεται, ώστε σε περίπτωση υποτροπής να επιβάλλεται κανονικά η ποινή.
• Διατήρηση της αυστηρότητας μόνο όπου πραγματικά χρειάζεται — στις σοβαρές, επικίνδυνες παραβάσεις που θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.
• Διάθεση των εσόδων σε ουσιαστικά μέτρα οδικής ασφάλειας — και ιδίως στη δωρεάν εκπαίδευση των νέων στην κυκλοφοριακή αγωγή και στη δωρεάν απόκτηση διπλωμάτων οδήγησης — και όχι μετατροπή του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας σε μηχανισμό γενικής χρηματοδότησης των δήμων.
• Από την Τροχαία Χανίων, να αντιληφθεί το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργείται και να επαναπροσδιορίσει τη στάση της, αξιοποιώντας τη σύσταση εκεί όπου δεν τίθεται σε κίνδυνο καμία ανθρώπινη ζωή.
• Από τον Δήμο Χανίων, να τοποθετηθεί δημόσια εάν συμφωνεί με αυτές τις πρακτικές και — εφόσον διαφωνεί — να μας ενημερώσει σε ποιες άμεσες ενέργειες θα προβεί προς το συμφέρον των πολιτών του.
Η οδική ασφάλεια είναι αυτονόητος στόχος. Δεν μπορεί όμως να γίνεται πρόσχημα για έναν παράλληλο φοροεισπρακτικό μηχανισμό στις πλάτες των πιο αδύναμων.
Με εκτίμηση
εκ του Συλλόγου Αδειούχων Λογιστών Φοροτεχνικών Ν. Χανίων
Ο Πρόεδρος Μπαρκούρας Γεώργιος
Ο Αντιπρόεδρος Μπατάκης Διομήδης
Ο Γραμματέας Μαργιολάκης Χαρίλαος
Ο Ταμίας Σηφάκης Γεώργιος
Το Μέλος Τασιούλας Πέτρος