Το ερώτημα «ποια Χανιά θέλουμε για το μέλλον;» Μια πόλη ζωντανή με μόνιμους κατοίκους και πολλαπλές λειτουργίες ή έναν πλήρως τουριστικοποιημένο προορισμό όπου ο δημόσιος χώρος και η καθημερινότητα μετατρέπονται σε εμπειρία κατανάλωσης; βρέθηκε την Παρασκευή στο επίκεντρο της πρώτης ημέρας του φεστιβάλ « Συλλογικοί Βηματισμοί» της Terra Verde που πραγματοποιήθηκε στον προμαχώνα Σαν Σαλβατορε, στη διάρκεια δημόσιας συζήτησης για τον υπερτουρισμό και την τουριστικοποίηση.
Στην συζήτηση με τίτλο « Πόσους χωράει αυτός ο τόπος», με θέμα τον υπερτουρισμό στα Χανιά, μίλησαν οι : Γιάννης Ζαϊμάκης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πολιτισμού, του Αθλητισμού και της Κοινότητας και Διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνικής Ανάλυσης και Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας – Πανεπιστήμιο Κρήτης και Πέτρος Λυμπεράκης, Βιολόγος, Δρ Οικολογίας, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης – Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Ο κ, Ζαϊμάκης περιέγραψε την τουριστικοποίηση ως μια διαδικασία που δεν ξεκίνησε πρόσφατα, αλλά εξελίσσεται σταδιακά εδώ και δεκαετίες. Όπως τόνισε μετά την οικονομική κρίση και ιδιαίτερα τα τελευταία 5 χρόνια, καταγράφεται μια επιταχυνόμενη κυριαρχία του μαζικού τουρισμού, που μετασχηματίζει ριζικά τον αστικό ιστό.
Γειτονιές αλλάζουν χρήση, η κατοικία υποχωρεί, ενώ δημόσιοι και κοινωνικοί χώροι προσαρμόζονται όλο και περισσότερο στη λογική της τουριστικής κατανάλωσης.
«Η πόλη μετατρέπεται σταδιακά σε καταναλωτικό τοπίο», ανέφερε χαρακτηριστικά, με αναφορά στο γεγονός ότι ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία της ταυτότητας των Χανίων εμπορευματοποιούνται και επαναπλαισιώνονται ως τουριστικό προϊόν. Η τοπικότητα δεν εξαφανίζεται απλώς — επανασυσκευάζεται ως εμπειρία προς κατανάλωση.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη στεγαστική διάσταση του προβλήματος. Η εκρηκτική ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης, σε συνδυασμό με την είσοδο επενδυτικών κεφαλαίων και το μοντέλο των ψηφιακών πλατφορμών τύπου Airbnb, έχει οδηγήσει —όπως επισημάνθηκε— σε έντονη πίεση στην αγορά κατοικίας.
Τα Χανιά συγκαταλέγονται πλέον στις πιο ακριβές πόλεις της χώρας, με αποτέλεσμα τον εκτοπισμό κατοίκων από τις γειτονιές τους και την αδυναμία φοιτητών και νέων εργαζομένων να βρουν προσιτή στέγη.
Στο ίδιο πλαίσιο, έγινε αναφορά και στις κοινωνικές συνέπειες αυτής της μετάβασης: η διάρρηξη της γειτονιάς ως χώρου σχέσεων και αλληλεγγύης, η εξαφάνιση ιστορικών καφενείων και τοπικών στεκιών, αλλά και η συνολική αποδυνάμωση της καθημερινής κοινωνικής συνοχής. Οι κάτοικοι δεν βιώνουν πλέον την πόλη ως οικείο χώρο, αλλά ως περιβάλλον διαρκούς ροής και υπερσυγκέντρωσης επισκεπτών.
Ο κ. Ζαϊμάκης έθεσε ευθέως το πολιτικό και κοινωνικό δίλημμα: αν τα Χανιά θα διατηρήσουν την πολυλειτουργική τους ταυτότητα ή αν θα μετατραπούν σε έναν διαρκώς επεκτεινόμενο τουριστικό μηχανισμό, όπου η αύξηση των αφίξεων αντιμετωπίζεται ως μοναδικός δείκτης επιτυχίας.
”Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια πόλη θέλουμε για το μέλλον. Ποια είναι τα όρια αυτής της τουριστικής ανάπτυξης, η οποία προωθείται μέσα από πολιτικές και στρατηγικές marketing, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Υπάρχει ένα κυρίαρχο αφήγημα ότι ο τουρισμός θα αποτελέσει τη βασική αναπτυξιακή στρατηγική. Ωστόσο, η ανάγκη είναι διαφορετική: να ενισχυθούν και άλλοι τομείς, όπως ο αγροτικός και ο βιοτεχνικός, ώστε να συνυπάρχουν χωρίς να ακυρώνεται η ταυτότητα του τόπου. Σήμερα, υπάρχει ο κίνδυνος η πόλη να μετατραπεί σε ένα καταναλωτικό τοπίο. Μια πόλη με έντονη ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα —που έχει εμπνεύσει την ποίηση, τη μουσική και έχει δεχθεί επιρροές από διαφορετικούς πολιτισμούς— φαίνεται να περιορίζεται σε αυτό που είναι περισσότερο «τουριστικό» και εμπορικό.
Το ζήτημα δεν είναι ο ιδιώτης που νοικιάζει το σπίτι του, αλλά η συγκέντρωση της δραστηριότητας σε μεγάλα επενδυτικά σχήματα που επηρεάζουν συνολικά τη στεγαστική αγορά” ανέφερε χαρακτηριστικά.

Από την μεριά του , ο ερευνητής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, Πέτρος Λυμπεράκης, έδωσε μια ακόμη πιο αιχμηρή διάσταση στο ζήτημα, αποδομώντας το επιχείρημα ότι ο «υπερτουρισμός» είναι απλώς ένα πολιτικό σύνθημα.
Όπως τόνισε, ο υπερτουρισμός δεν είναι αφήγημα αλλά μετρήσιμο φαινόμενο, που αποτυπώνεται τόσο σε δείκτες όσο και στην καθημερινή εμπειρία των κατοίκων. «Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι αυτό που ζει κανείς όταν αποφεύγει το λιμάνι από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Λυμπεράκης υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη τουρισμού, αλλά η απουσία ορίων. Η συνεχής αύξηση αφίξεων και υποδομών, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, οδηγεί σε συνθήκες πίεσης που δεν αφορούν μόνο το περιβάλλον, αλλά και την κοινωνική ζωή, τη στέγαση και τη λειτουργία της πόλης.
Έθεσε επίσης το ζήτημα του νέου χωροταξικού πλαισίου για τον τουρισμό, το οποίο —όπως σημείωσε— ενισχύει τη λογική της περαιτέρω ανάπτυξης μεγάλων τουριστικών μονάδων, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών.
Ειδική αναφορά έκανε στην πίεση που δέχονται περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας όπως το Λαφονήσι και ο Μπάλος, όπου η επιβάρυνση δεν προέρχεται μόνο από τους επισκέπτες αλλά και από τις αναγκαίες υποδομές που τους υποστηρίζουν.
Ο κ, Λυμπερακης έθεσε το ερώτημα του ορίου: πόσες τουριστικές κλίνες και πόση επισκεψιμότητα μπορεί να αντέξει ένα νησί όπως η Κρήτη χωρίς να αλλοιωθεί η κοινωνική και περιβαλλοντική του ισορροπία.
Όπως επισημάνθηκε, τα Χανιά βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: ή θα επαναπροσδιορίσουν τα όρια της ανάπτυξης ή θα συνεχίσουν σε μια πορεία πλήρους μετατροπής της πόλης σε τουριστικό προϊόν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ταυτότητα, τη στέγαση και την κοινωνική ζωή.
ρεπορτάζ ZarpaNews.gr – Ελένη Φουντουλάκη