Σοκαριστικές λεπτομέρειες ακούστηκαν στο δικαστήριο του Γουόρικ, όπου δύο Αφγανοί υπήκοοι κατηγορούνται για τον βιασμό και τη σεξουαλική κακοποίηση 12χρονης μαθήτριας στη Νουνίτον της κομητείας Γουόρικσαϊρ. Το δικαστήριο παρακολούθησε υλικό από κάμερες ασφαλείας και άκουσε καταθέσεις που περιγράφουν με λεπτομέρεια τα όσα φέρονται να συνέβησαν τον Ιούλιο του περασμένου έτους.
Ο 23χρονος Αχμάντ Μουλαχίλ κατηγορείται ότι γέλαγε ενώ βίαζε την ανήλικη και τραβούσε άσεμνες φωτογραφίες της, ενώ συγκατηγορούμενός του είναι ο 24χρονος Μοχάμαντ Καμπίρ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δύο άνδρες εντόπισαν τη μαθήτρια σε παιδική χαρά και τη στοχοποίησαν. Ο Καμπίρ φέρεται να επιχείρησε να τη στραγγαλίσει, πριν εκείνη βιαστεί επανειλημμένα από τον Μουλαχίλ, ο οποίος κατέγραψε την επίθεση με φωτογραφίες.
Στο δικαστήριο προβλήθηκε υλικό από κάμερες ασφαλείας στο οποίο ο Μουλαχίλ φαίνεται να μιλά με το κορίτσι στον δρόμο και να τη ρωτά: «Πόσο χρονών είσαι; Είκοσι; Δεκαεννέα; Δεκαέξι;». Όταν εκείνη απαντά «δεκαεννέα», εκείνος της λέει: «Δεκαεννέα; Αλήθεια;». Σε άλλο βίντεο, εμφανίζεται να πηγαίνει μαζί της στο αδιέξοδο όπου φέρεται να διαπράχθηκε ο βιασμός. Άλλο υλικό δείχνει τους δύο άνδρες να αποχωρούν από το πάρκο λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα μετά την αποχώρηση του κοριτσιού, ενώ σε ξεχωριστό βίντεο καταγράφονται να περπατούν μαζί της σε κατοικημένο δρόμο της πόλης.
Το δικαστήριο είδε επίσης βίντεο που βρέθηκε στο κινητό του Μουλαχίλ, στο οποίο εμφανίζεται με το χέρι του γύρω από τον λαιμό της ανήλικης και να χαμογελά στον φακό, σύμφωνα με την Daily Mail. Μετά τη φερόμενη επίθεση, καταγράφηκε ξανά από κάμερες ασφαλείας μαζί με το κορίτσι σε κατάστημα ψιλικών, όπου αγόραζε δύο κουτιά ενεργειακού ποτού.
Αργότερα, η ανήλικη εντοπίστηκε «τρομοκρατημένη» στον δρόμο από δύο ενήλικες, τα στοιχεία των οποίων δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν για νομικούς λόγους, οι οποίοι ειδοποίησαν άμεσα τις αρχές. Ένας από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι το κορίτσι ήταν «πολύ φοβισμένο», αναφέροντας ότι είχε σημάδι στον λαιμό και του είπε πως «κάτι της συνέβη» και ότι «τη βίασε». Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η 12χρονη ανέφερε ότι πονούσε η πλάτη της επειδή την «έσερναν», ενώ φοβόταν ότι ο δράστης θα επέστρεφε για να την πάρει.
Ο ίδιος μάρτυρας πρόσθεσε ότι το κορίτσι είπε πως ο Μουλαχίλ ήθελε να την βάλει σε ένα αυτοκίνητο BMW και να την πάει στο Μπέρμιγχαμ και στο Λονδίνο για να τη βιάσει ξανά, ενώ δήλωσε ότι πίστευε πως οι άνδρες δεν θα την πείραζαν επειδή ήταν ενήλικες. Παράλληλα, ανέφερε ότι ένας από αυτούς αποπειράθηκε να την στραγγαλίσει.
Ο δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ότι η ανήλικη ήταν σε κατάσταση πανικού, κοιτούσε συνεχώς πίσω της προς το πάρκο, ρωτώντας πού βρίσκεται ο άνδρας, ενώ έκλαιγε και έδειχνε τρομοκρατημένη. Όπως είπε, η εικόνα της τον φόβισε έντονα.
Ο εισαγγελέας Ντάνιελ Όσκραφτ ανέφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι «στόχευσαν» τη 12χρονη. Όπως είπε, ο Μοχάμαντ Καμπίρ ήταν εκείνος που την πλησίασε πρώτος, έβαλε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της και προσπάθησε να την πάρει μαζί του. Σε βιντεοσκοπημένη κατάθεσή της, η ανήλικη δήλωσε: «Νόμιζα ότι θα πεθάνω γιατί δεν μπορούσα να αναπνεύσω».
Η 12χρονη κατέθεσε ότι κατάφερε να ξεφύγει, αλλά αργότερα συνάντησε τον Αχμάντ Μουλαχίλ σε κοντινό συγκρότημα κατοικιών. Όπως είπε, εκείνος της ζήτησε να τον ακολουθήσει και κατέληξαν πίσω από ένα υπόστεγο, όπου της έλεγε ότι του άρεσε, ενώ εκείνη του απάντησε: «Δεν μου αρέσεις. Είμαι μικρή. Είμαι παιδί». Ανέφερε ότι χρησιμοποιούσε μεταφραστή στο κινητό του, συμπεριφερόταν περίεργα, την άγγιξε και προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα, ενώ γελούσε και δεν μιλούσε.
Στην κατάθεσή της περιέγραψε ότι την κακοποίησε σεξουαλικά και τη βίασε, λέγοντας ότι του ζητούσε να σταματήσει χωρίς αποτέλεσμα, ενώ εκείνος την απειλούσε ότι θα σκοτώσει την οικογένειά της. Ανέφερε επίσης ότι τραβούσε φωτογραφίες κατά τη διάρκεια της επίθεσης, γεγονός που της προκάλεσε έντονη απορία και φόβο.
Το δικαστήριο άκουσε ότι DNA του Μουλαχίλ εντοπίστηκε στον λαιμό της ανήλικης και στο εσωτερικό του σορτς της, ενώ στο κινητό του βρέθηκαν άσεμνες εικόνες, καθώς και μη άσεμνα βίντεο με τον ίδιο και το κορίτσι. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έχει μόνιμη κατοικία, αρνείται ότι απήγαγε την ανήλικη και ισχυρίζεται ότι η σεξουαλική πράξη ήταν συναινετική και ξεκίνησε από εκείνη. Έχει ωστόσο παραδεχθεί μία κατηγορία στοματικού βιασμού της 12χρονης, ενώ αρνείται δύο ακόμη κατηγορίες βιασμού, την απαγωγή ανηλίκου, δύο κατηγορίες σεξουαλικής επίθεσης και τη λήψη άσεμνων φωτογραφιών παιδιού.
Ο Μοχάμαντ Καμπίρ, επίσης χωρίς μόνιμη κατοικία, αρνείται ότι επιχείρησε να πάρει το παιδί, ότι προχώρησε σε σκόπιμο στραγγαλισμό και ότι διέπραξε αδίκημα με σκοπό τη διάπραξη σεξουαλικού εγκλήματος. Το δικαστήριο άκουσε ότι φέρεται να αποπειράθηκε να στραγγαλίσει το κορίτσι γύρω στις 6 το απόγευμα, ενώ αργότερα, περίπου στις 8 το βράδυ, η ανήλικη εθεάθη να μιλά με τον Μουλαχίλ, όταν φέρεται να του είπε ότι ήταν 19 ετών.
Ανοίγοντας την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ο εισαγγελέας Ντάνιελ Όσκραφτ δήλωσε στους επτά άνδρες και πέντε γυναίκες, ενόρκους, ότι η υπόθεση αφορά δύο άνδρες που στόχευσαν μια 12χρονη στη Νουνίτον, με τον Μοχάμαντ Καμπίρ να επιχειρεί την απαγωγή και τον στραγγαλισμό της, και τον Αχμάντ Μουλαχίλ να την οδηγεί σε απομονωμένο αδιέξοδο στην οδό Τσέβερελ Πλέις, όπου φέρεται να τη βίασε, να τη κακοποίησε σεξουαλικά και να τράβηξε άσεμνες εικόνες.