Η εφαρµογή του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας είναι αναγκαία, ειδικά σε µια πόλη όπως τα Χανιά, όπου το κυκλοφοριακό, η στάθµευση και η κατάληψη πεζοδροµίων αποτελούν καθηµερινό πρόβληµα για κατοίκους και επισκέπτες. Ντόπιοι και ξένοι παραβάτες πάντως δεν παύουν να αντιµετωπίζουν έναν γραφειοκρατικό γολγοθά και µια εικόνα προχειρότητας, που µόνο διαφήµιση για τον τόπο µας δεν αποτελεί.
Το ζήτηµα αναδεικνύεται µέσα από την επιστολή τουρίστα που βρέθηκε στα Χανιά, ο οποίος εστιάζει όχι στο αν πρέπει να βεβαιώνονται παραβάσεις φυσικά, αλλά κυρίως στο τι συµβαίνει µετά. Πόσο οργανωµένη είναι η διαδικασία; Πόσο εύκολα µπορεί ένας ξένος επισκέπτης να καταλάβει τι πρέπει να κάνει; Και, κυρίως, αν για µια σχετικά µικρή παράβαση, η αφαίρεση πινακίδων και η πολύωρη ταλαιπωρία µπορεί τελικά να λειτουργήσει δυσφηµιστικά για έναν τόπο που ζει σε µεγάλο βαθµό από τον τουρισµό.
Η… Ο∆ΥΣΣΕΙΑ ΜΙΑΣ ΚΛΗΣΗΣ
Ο επισκέπτης, ελληνικής καταγωγής αλλά µόνιµος κάτοικος εξωτερικού, περιγράφει ότι το βράδυ της 1ης Ιουνίου, επιστρέφοντας µε τη σύζυγό του από το φαράγγι της Σαµαριάς, διαπίστωσε πως το ενοικιαζόµενο αυτοκίνητό του είχε δεχθεί κλήση, επειδή φερόταν να παρεµπόδιζε ράµπα πεζοδροµίου. Ο ίδιος αναφέρει ότι, κατά την εκτίµησή του, η παράβαση ήταν οριακή, αν υπήρχε, προσθέτει όµως ότι δεν έχει φωτογραφία για να το αποδείξει.
Εκείνο που τον αιφνιδίασε, όπως σηµειώνει, ήταν ότι µαζί µε την κλήση είχαν αφαιρεθεί και οι πινακίδες του οχήµατος, µε τις βίδες να έχουν τοποθετηθεί στον υαλοκαθαριστήρα. Την επόµενη ηµέρα, 2 Ιουνίου, ηµέρα των γενεθλίων του όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, πήγε µε τη σύζυγό του στο ταχυδροµείο για να πληρώσει τόσο τη συγκεκριµένη κλήση όσο και µία ακόµη από την προηγούµενη εβδοµάδα, που αφορούσε στάθµευση στη λάθος πλευρά του δρόµου.
Στο σηµείο αυτό ξεκινά η περιγραφή µιας διαδικασίας που, σύµφωνα µε τον ίδιο, άφησε πολύ κακή εντύπωση σε δεκάδες επισκέπτες. Όπως αναφέρει, στο ταχυδροµείο υπήρχαν πολλοί τουρίστες, αρκετοί από τους οποίους είχαν βρεθεί στην ίδια θέση, δηλαδή είχαν δει να αφαιρούνται οι πινακίδες των ενοικιαζόµενων οχηµάτων τους. «Ολοι ήταν θυµωµένοι. Ηταν οι διακοπές τους και κανείς δεν είχε ζήσει ξανά τέτοιου είδους ακραία ενέργεια για µια σχετικά µικρή παράβαση», σηµειώνει στην επιστολή του.
Ο ίδιος περίµενε περισσότερο από µία ώρα για να πληρώσει. Οταν έφτασε η σειρά του, ρώτησε την υπάλληλο για τις πινακίδες και, όπως αναφέρει, ενηµερώθηκε ότι δεν βρίσκονταν στο ταχυδροµείο, αλλά θα έπρεπε να µεταβεί στο Αστυνοµικό Τµήµα, σε απόσταση περίπου 15 λεπτών µε τα πόδια.
Φτάνοντας εκεί, όπως περιγράφει, ενηµερώθηκε ότι ήταν ήδη πολύ αργά, καθώς υπήρχαν πολλοί άνθρωποι πριν από εκείνον και τα γραφεία έκλειναν στη 1.30 το µεσηµέρι. Οταν ρώτησε τι ώρα θα έπρεπε να πάει για να εξυπηρετηθεί, του απάντησαν ότι τα γραφεία ανοίγουν στις 8.30, αλλά αρκετοί προσέρχονται από τις 7 το πρωί για να εξασφαλίσουν θέση.
Την επόµενη ηµέρα, όπως γράφει, ξύπνησε στις 6.15 και έφτασε στις 7, για να διαπιστώσει ότι ήδη υπήρχε κόσµος. Οι παρευρισκόµενοι έγραψαν µόνοι τους τα ονόµατά τους σε ένα χαρτί, χωρίς να υπάρχει επίσηµο σύστηµα αριθµών προτεραιότητας. Περίπου στις 8.15, όπως αναφέρει, επικράτησε αναστάτωση όταν αστυνοµικός ανακοίνωσε ότι το γραφείο θα άνοιγε σύντοµα και οι περίπου 50 άνθρωποι που περίµεναν θα έπρεπε να βρουν µόνοι τους τη σειρά τους.
Σύµφωνα µε την επιστολή, την κατάσταση έσωσε ένας πολίτης, ο οποίος δεν ήταν υπάλληλος της Αστυνοµίας, αλλά ανέλαβε να φωνάξει τα ονόµατα µε τη σειρά και να µοιράσει αριθµούς. Ο επισκέπτης περιγράφει ότι, όσο περίµενε, συνοµίλησε µε άλλους τουρίστες, µεταξύ των οποίων ένα ζευγάρι από τη Γαλλία που ήταν ιδιαίτερα ανήσυχο, καθώς είχε ακούσει ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις µπορεί να παρακρατηθούν και άδειες οδήγησης, µε ασαφές χρονοδιάγραµµα επιστροφής.
Τελικά, όπως σηµειώνει, η υπόθεσή του λύθηκε όταν άνθρωπος της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων έφτασε στο σηµείο και ανέλαβε να χειριστεί τη διαδικασία. Το πρόβληµα όµως, όπως προκύπτει από την επιστολή, δεν ήταν µόνο η δική του υπόθεση. Ηταν η συνολική εικόνα που αντίκρισε: τουρίστες να προσπαθούν να καταλάβουν πού πρέπει να πάνε, τι πρέπει να πληρώσουν, πού βρίσκονται οι πινακίδες, ποια είναι η σειρά τους και πόσες ώρες από τις διακοπές τους θα χαθούν για µια κλήση.
Ο ίδιος δεν αρνείται ότι έγιναν παραβάσεις. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι υπήρξε κλήση και την πλήρωσε. Εκείνο που αµφισβητεί είναι η αναλογικότητα και η οργάνωση του συστήµατος. Οπως σηµειώνει, µια τέτοια διαδικασία δεν είναι µόνο κακή για τον τουρισµό, αλλά και κακή φιλοξενία. «Ως κάποιος που γεννήθηκε στην Ελλάδα, αν και έζησα το µεγαλύτερο µέρος της ζωής µου σε άλλη χώρα, ήταν µάλλον ντροπιαστικό», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η επιστολή καταλήγει µε µια παρατήρηση που θα έπρεπε να προβληµατίσει. Ο ίδιος δηλώνει ότι η εµπειρία αυτή δεν αλλάζει την εκτίµησή του για την Ελλάδα και τους ανθρώπους της. Προειδοποιεί όµως ότι άλλοι επισκέπτες, που δεν έχουν την ίδια θετική προδιάθεση απέναντι στη χώρα, µπορεί να µη θελήσουν να επιστρέψουν και να συµβουλεύσουν και άλλους να µην επισκεφθούν τον τόπο.
Το ζήτηµα λοιπόν είναι αν η διαδικασία εφαρµογής των µέτρων είναι οργανωµένη, κατανοητή, και φιλική προς έναν επισκέπτη που δεν γνωρίζει τη γλώσσα, τη διοικητική διαδικασία και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού συστήµατος. Και φυσικά αν η ποινή είναι… αναλογική της παράβασης.
Γιατί όταν ένας τουρίστας πληρώνει ένα πρόστιµο των 30 ευρώ, αλλά χάνει δύο πρωινά από τις διακοπές του για να βρει πού είναι οι πινακίδες του, τότε το πραγµατικό κόστος δεν µετριέται µόνο σε ευρώ.
ΤΑ Ι∆ΙΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ
Το πρόβληµα, βέβαια, δεν αφορά µόνο τους επισκέπτες. Αντίστοιχη ταλαιπωρία βιώνουν συχνά και οι ίδιοι οι Χανιώτες, σε µια πόλη όπου οι διαθέσιµες θέσεις στάθµευσης µειώνονται διαρκώς, χωρίς να έχει δοθεί µια πειστική και λειτουργική εναλλακτική για κατοίκους, εργαζόµενους και επαγγελµατίες.
Οταν η αφαίρεση πινακίδων ή άδειας κυκλοφορίας οδηγεί έναν πολίτη να χάσει ώρες ή ακόµη και µεροκάµατο για να πληρώσει πρόστιµα, να αναζητήσει υπηρεσίες, να περιµένει σε ουρές και να επανακτήσει τα έγγραφά του, τότε η συζήτηση ξεπερνά την απλή εφαρµογή του νόµου.
Αγγίζει την καθηµερινότητα µιας πόλης που ασφυκτιά κυκλοφοριακά και καλείται να συνδυάσει την τάξη στον δηµόσιο χώρο µε τον σεβασµό στον χρόνο, στην εργασία και στην αξιοπρέπεια πολιτών και επισκεπτών.